Οι μαθητές πάνε κινηματογράφο.

ΤΑΙΝΙΑ ΝΟ 9: True Grit (Αληθινό θράσος) 2011

Η δεκατετράχρονη Mattie Ross (Hailee Steinfeld) ορκίζεται εκδίκηση για την δολοφονία του πατέρα της από τον πληρωμένο εκτελεστή Tom Chaney (Josh Brolin). Για να το καταφέρει προσλαμβάνει τον εκκεντρικό σερίφη Rooster Cogburn (Jeff Bridges) που είναι μέθυσος και αμφιβόλου εμπιστοσύνης. Αποφασίζει να τον συνοδέψει στην αναζήτηση του δολοφόνου, ενώ στην πορεία θα συναντήσουν έναν ρέιτζερ από το Τέξας (Matt Damon) που αναζητά τον ίδιο άνθρωπο για μια δολοφονία στην περιοχή του. Αυτή η παράταιρη τριάδα θα πρέπει να ξεπεράσει τις δυσκολίες και να αποδείξει ότι διαθέτει αληθινό θράσος...

Αδερφοί Coen. Western ξανά - και μάλιστα 'καθαρόαιμο'-, μετά το υπέρ-επιτυχημένο «No Country for Old Men». Reunion με τον Jeff Bridges. Τι άλλο να περιμένει κανείς αν όχι το λιγότερο ένα αριστούργημα από τα τρομερά αδέρφια του Σύγχρονου Αμερικανικού σινεμά; Η ταινία αποτελεί remake του ομότιτλου western του Henry Hathaway με πρωταγωνιστή τον John Wayne, έναν μετριότατο ηθοποιό αλλά παράλληλα λαϊκό ίνδαλμα, που μάλιστα στην εν λόγω πρωτότυπη ταινία του 1969 κέρδισε το μοναδικό Oscar της καριέρας του, ενσαρκώνοντας τον μέθυσο, αλητήριο αλλά με 'αληθινό θράσος' κυνηγό επικηρυγμένων Reuben 'Rooster' Cogburn. Η αρχική ύλη όμως ανιχνεύεται 1 χρόνο πριν, το 1968, στο western μυθιστόρημα «True Grit» του cult συγγραφέα του είδους Charles Portis.

Για άλλη μια φορά λοιπόν το σινεμά των Coen συναντά τα σκληρά, ξερά τοπία της Αμερικανικής Δύσης και τους κυνικούς, αμοραλιστές και εκκεντρικούς αντιήρωες που τα κατοικούν. Το σταθερά αργό τέμπο των πλάνων μπλέκεται όμορφα με τους σουρεαλιστικούς και αργόσυρτους διαλόγους, ενώ η ωμή βία προσθέτει το απαραίτητο στοιχείο σκληράδας και ρεαλισμού στο αιματοβαμμένο και πνιγμένο στο μαύρο χιούμορ-σήμα κατατεθέν των Coen- μονοπάτι της μικρής Mattie προς την εξιλέωση και την εκδίκηση. Αυτή τη φορά η σκηνοθεσία των αδερφών φέρνει πιο πολύ στο σινεμά του John Ford, του Sam Peckinpah και του Howard Hawks, ενώ η μουσική επένδυση του σταθερού τους συνεργάτη Carter Burwell αποδίδει πετυχημένα την ηρωική Αγρια Δύση, την εποχή των σιδηροδρόμων, των γελαδάρηδων και των μεγάλων αποστάσεων. Κακά τα ψέματα, η ταινία είναι ένα western παλαιάς κοπής τύπου «Searchers» ή «Rio Bravo» το οποίο οι φίλοι του είδους θα ευχαριστηθούν, ενώ οι Coen-ικές στιγμές του προσθέτουν αρκετούς έξτρα πόντους διασκέδασης.

Γιατί όμως τελικά το «True Grit» δεν είναι το νέο αριστούργημα των Coen; Γιατί παρ' όλο που είναι ένα καλό καθαρόαιμο western, είναι μια άγευστη Coen-ική ταινία. Η ευθύνη δεν βαραίνει τους Coen σαν σκηνοθέτες αλλά σαν δημιουργούς. Πέρα από το γεγονός ότι διάλεξαν για remake μια ταινία- ή έστω ένα βιβλίο- του οποίου η φιλοσοφία απέχει παρασάγγας από την δική τους, δεν μπήκαν στη διαδικασία να το 'αλλοιώσουν' όσο δημιουργικά χρειαζόταν, με το αποτέλεσμα να μοιάζει 'λίγο' και παράταιρο απέναντι στην γνωστή τους αντίληψη πάνω στην παρηκμασμένη Αμερικανική κοινωνία αλλά και τον χαρακτηριστικό αντί-ηρωισμό που διακρίνει τα έργα τους. Η ταινία έχει βία, μαύρο χιούμορ, εκκεντρικότητα. Παίζει όμως σε ένα ιδιαίτερα safe και απλοϊκό ταμπλό. Δεν διαθέτει ίχνος έκπληξης. Εξ' αρχής γνωρίζεις πως θα τελειώσει, τι σχέσεις θα δημιουργηθούν μεταξύ των κεντρικών χαρακτήρων αλλά και ποιο θα είναι το όλο νόημα και η κατάληξη απ' όσα βλέπεις. Οι σουρεαλιστικοί και εκκεντρικοί χαρακτήρες της ταινίας εξελίσσουν και εξαντλούν αυτή τους την υπόσταση μέσα στα κλισέ όρια του τυπικού western movie. Δεν δίνουν το κάτι παραπάνω, είναι σε γενικές γραμμές αδιάφοροι και επ' ουδενί δεν πλησιάζουν την βαρύτητα πχ. ενός John Goodman στο «Barton Fink», ενός Gabriel Byrne στο «Miller's Crossing», ακόμα και ενός Javier Bardem του «No country for Old Men». Το πρωτότυπο βιβλίο ήταν ένα cult ανάγνωσμα ηρωισμού και αντρείας των καουμπόηδων(στο οποίο το remake των Coen δηλώνει πιο πιστό), η πρωτότυπη ταινία μια τυπική John Wayne ευχάριστη 'αμερικανιά'. Οι Coen μπορεί να 'πείραξαν' μερικά σημεία αλλά όχι την ουσία του θέματος, παραδίδοντας με τη σειρά τους μια ανέλπιστη Coen-ική 'αμερικανιά'.

Οι ερμηνείες του έργου κυμαίνονται σε σταθερά καλά επίπεδα, όπως και σχεδόν σε κάθε ταινία των Coen. Η μικρή Hailee Steinfeld δίνει μια σπουδαία ερμηνεία παρά το νεαρό της ηλικίας της και στέκεται με άνεση ανάμεσα στα μεγάλα ονόματα που την περιτριγυρίζουν. Ο Matt Damon είναι καλός αλλά ο ρόλος του δεν του δίνει την προοπτική μιας ξεχωριστής ερμηνείας, ενώ οι Josh Brolin και ο αγνώριστος Barry Pepper είναι επίσης καλοί στους μικρούς, μονοδιάστατους και περιορισμένους ρόλους που υποδύονται.

Και ερχόμαστε στην κύρια ατραξιόν του έργου, τον 'El Duderino'. Ο Bridges φοράει την περσόνα του Bad Blake από το «Crazy Heart», ρίχνει 2 τζούρες από τον Dude στην αναλογία, μια ισχυρή δόση ενός ηπιότερου Bill Munny από το «Unforgiven» και υποδύεται τον 'Rooster' εν έτη 2010. Χωρίς τελικά να κάνει ξανά το αντίστοιχο 'μπαμ' ενός Lebowski, είναι καλός. Δεν δίνει την καλύτερη του ερμηνεία- μάλιστα σε πολλά σημεία τυποποιεί αρκετά το παίξιμό του-, αλλά είναι ευχάριστος και κλασσικά άνετος στον ρόλο του.

Το «True Grit» αναμένεται να αγαπηθεί από τους κριτικούς της απέναντι όχθης και δικαιολογημένα από μια άποψη. Οι Coen είναι τα αγαπημένα παιδιά του Αμερικανικού σινεμά, εκείνοι που κατά τους Αμερικανούς εκπροσωπούν το πιο 'φιλοσοφημένο' και 'ψαγμένο' εξαγώγιμο προϊόν τους, γεγονός που τους τοποθετεί στο απυροβόλητο χρόνια τώρα. Είναι πάντως μια άτολμη Coen-ική ταινία, αποτέλεσμα λάθος επιλογής πρωτότυπου υλικού και έλλειψης 'πραγματικού θράσους' από την πλευρά τους. Παράλληλα όμως ένα καλό κλισέ western κλασσικής δομής, το οποίο κερδίζει έξτρα μονάδες από τις χαρακτηριστικές μικρό-παρεμβάσεις των δημιουργών του.

Trailer ταινίας: http://www.youtube.com/watch?v=UtsIw36_dY4

ΤΑΙΝΙΑ ΝΟ 10 : 127 Hours (127 Ώρες) 2011

 O αναρριχητής Aron Ralston σε μια από τις εξορμήσεις του πέφτει σε απομονωμένο φαράγγι της Γιούτα, με ένα βράχο να παγιδεύει το δεξί του χέρι, καθιστώντας τη διαφυγή αδύνατη. Εγκλωβισμένος πλέον προσπαθεί να σωθεί ενώ τα χρονικά περιθώρια στενεύουν. Στις πέντε μέρες που ακολουθούν την πτώση του, ο Ralston επανεξετάζει τη ζωή του και μάχεται για την επιβίωσή του.

 Επιλέγοντας να γυρίσει την αληθινή ιστορία ενός εγκλωβισμένου ορειβάτη, που σήμαινε ότι θα έπρεπε να δουλέψει σε περιορισμένο χώρο με ένα μόνο ηθοποιό, θα πίστευε κανείς ότι ο Danny Boyle θα εγκατέλειπε το γνώριμο σκηνοθετικό του στιλ, για χάρη μιας πιο συγκρατημένης προσέγγισης. Κι όμως όλα είναι εδώ. Η καταιγιστική κινηματογράφηση, το φρενήρες μοντάζ, o οπτικοακουστικός 'χείμαρρος', οι ποπ αναφορές. Μόνο που εδώ εξυπηρετούν περισσότερο από κάθε άλλη φορά την ιστορία που έχει να αφηγηθεί και δεν αποτελούν σε κανένα σημείο του φιλμ προϊόν επιδειξιομανίας.

 Καθώς περνούν οι ώρες και ο Aron παραμένει εγκλωβισμένος στο φαράγγι, προσπαθεί να ξεφύγει νοερά κι εκεί ο φακός του Boyle προβάλλει τις εικόνες που σχηματίζονται μέσα στο μυαλό του, ξεφεύγοντας έτσι από το περιορισμένο setting, ενώ όταν η κούραση, ο πόνος και οι ανικανοποίητες και ολοένα και πιο επίμονες βιολογικές ανάγκες τον καταβάλουν, τα παιχνίδια με το φωτισμό και τα ευρήματα του Boyle αποδίδουν επιτυχώς την συγκεχυμένη αίσθηση του χώρου και του χρόνου.

 Στην ατζέντα του Boyle όμως βρίσκονται περισσότερα από μια στυλιζαρισμένη κινηματογραφική μεταφορά μιας αληθινής ιστορίας. O κεντρικός του χαρακτήρας, τον οποίο ενσαρκώνει ο James Franco σε μια αποκαλυπτική ερμηνεία, ήταν εγκλωβισμένος πολύ πριν παγιδευτεί στο φαράγγι. Εγκλωβισμένος σε μια επιφανειακή αίσθηση αυτάρκειας ανάμεσα σε καταναλωτικά αγαθά και εφήμερες κοινωνικές συναναστροφές, συναισθηματικά ακρωτηριασμένος και παγιδευμένος στην αλαζονική πεποίθησή του ότι δεν χρειάζεται κανένα. Είναι ένας 'μοντέρνος' άνθρωπος. Σκληροπυρηνικά ατομικιστής και απροκάλυπτα επιπόλαιος, περνά την καθημερινότητά του στο fast forward. Και όταν οι συνθήκες γίνουν τέτοιες που τον αναγκάζουν να σταματήσει να τρέχει, και να συλλογιστεί, συνειδητοποιεί την φυλακή στην οποία έχει αυτοπεριοριστεί. Και αποφασίζει να αποδράσει. Και η απόδραση είναι δυσχερής. Η αλλαγή (και η συνειδητοποίηση που οδηγεί σ' αυτή) πονά, ο Aron όμως έχει πάρει την απόφαση να ξεφύγει από το τέλμα και θα παλέψει για να το καταφέρει, ανεξάρτητα από το κόστος. Κι αφού αποκοπεί επώδυνα από τα δεσμά του, αναγεννημένος θα αναζητήσει το δρόμο προς την ελευθερία. Και θα φτάσει στη λύτρωση, όταν ζητήσει βοήθεια από κάποιον άλλο, αποδεχόμενος την αδυναμία του να επιβιώσει μόνος, σε ένα φορτισμένο συγκινησιακά και ανατριχιαστικά 'ανεβαστικό' φινάλε.

Το 127 Hours είναι το δίχως άλλο η καλύτερη δουλειά του Danny Boyle μέχρι σήμερα. Η πορεία προς τον καθαρτήριο επίλογο είναι συχνά δυσβάσταχτη και οι θεατές με αδύναμα στομάχια θα δεινοπαθήσουν. Αξίζει τον κόπο όμως. Σε μια περίοδο που το μέσο κατά κανόνα αναπαράγει εαυτόν και η θεματική και δημιουργική ανακύκλωση δίνει και παίρνει, οι έντονες φιλμικές εμπειρίες σπανίζουν. Και το 127 Hours είναι μια τέτοια!

Trailer Ταινίας: http://www.youtube.com/watch?v=w-3AHv2E5jg

ΤΑΙΝΙΑ ΝΟ 11 : The Rite ( Η Τελετή ) 2011

Ο Michael Kovak (Colin O'Donoghue), προκειμένου να φύγει από το πατρικό του, αποφασίζει να σπουδάσει σε θεολογική σχολή και να γίνει κληρικός. Παρόλα αυτά, η πίστη δεν είναι το δυνατό του σημείο, καθώς δεν παύει να αναζητά απαντήσεις στην επιστήμη. Όταν δεχθεί πρόταση να πάει στο Βατικανό για να παρακολουθήσει σεμινάρια εξορκισμού, ο σκεπτικισμός του δε θα καταλαγιάσει. Εκεί όμως θα γνωρίσει τον Πατέρα Lucas (Anthony Hopkins), γνωστό για τους αμέτρητους εξορκισμούς και τις εκκεντρικές μεθόδους του. Οι απόκοσμες εμπειρίες που θα ζήσει στο πλευρό του θα θέσουν σε αμφισβήτηση τα πιστεύω του.

Ο Σουηδός Mikael Hafstrom δεν είναι πρωτάρης στο ψυχολογικό θρίλερ. Παρόλα αυτά, το «1408» είναι το μόνο που ξεχωρίζει από τη φιλμογραφία του, εξαιρουμένου του υποψήφιου για Oscar ξενόγλωσσης ταινίας το 2003, «Ondskan».

'Η Τελετή' εμπνέεται από αληθινά γεγονότα, φράση που γενικώς σηκώνει πολλή συζήτηση και ακόμα περισσότερη καχυποψία αναφορικά με το τι συνεπάγεται. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν τόσο το είδος του ψυχολογικού θρίλερ όσο και ειδικότερα η ενότητα 'εξορκισμός' έχει πάρει εδώ και πολλά χρόνια την κάτω βόλτα. Ύστερα από τον Friedkin και τον αριστουργηματικό 'Εξορκιστή' του, δεν έχει υπάρξει αντίστοιχο φιλμ που να τον πλησιάσει, πόσο μάλλον να τον αμφισβητήσει. Και όταν πλέον ακούς για εξορκισμούς και διαβόλους, θυμάσαι κάτι «Lost Souls» (2000) και μαζεύεσαι. Μόνο τα «The Exorcism Of Emily Rose» (2005) και «Last Exorcism» (2010) πήγαν να κουνηθούν, αλλά κανένα απ' τα δύο δεν κατάφερε να ξεφύγει από τη συμπαθητική προσπάθεια.

Το όλο πρόβλημα εντοπίζεται στον τρόπο αντιμετώπισης του μεταφυσικού (ή θρησκευτικού, αν προτιμάτε) ζητήματος, ειδικότερα από τη μεριά του σεναρίου. Δεδομένου ότι η πλοκή 'διαβάζεται' από την υπόθεση, ελάχιστα μένουν που μπορούν να εκπλήξουν το θεατή. Μία κάποια λύση είναι η ανατροπή. Σωστά, μόνο που θυμίζω ότι βρισκόμαστε στα κεφάλαια 'μεταφυσικό' και 'θρίλερ', οπότε η ανατροπές είναι είτε συγκεκριμένες σε εύρος και άρα περιοριστικές, είτε καινοφανείς και συνήθως άστοχες. Στην περίπτωση του «The Rite» πέφτουμε μάλλον στη δεύτερη κατηγορία, με την ανατροπή να μπάζει - σεναριακά και λογικά - από παντού.

Το κλασσικό σχήμα των δύο ηρώων σε αντίθετα ηλικιακά και γνωστικά πεδία που επιστρατεύεται είναι μία γνώριμη συνταγή. Ο νεαρός O'Donoghue περνά απαρατήρητος, ενώ ο βετεράνος Hopkins συνεχίζει στον ίδιο σταθερό δρόμο των τελευταίων αποτυχημένων επιλογών, χωρίς να προσφέρει τίποτα από τη στόφα του μεγάλου ηθοποιού που τόσο θαυμάσαμε κατά το λαμπρό παρελθόν του.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, το ζήτημα το τι πραγματεύεται τελικά η ταινία: αν δεν είναι τίποτα περισσότερο από την πορεία συνειδητοποίησης του νεαρού ήρωα μέσα από τη μάχη με το καλό (πίστη) και το κακό (διάβολος), ο τρόπος που επιλέγεται για να αποδοθεί δεν είναι ούτε συναρπαστικός, ούτε τρομακτικός, ούτε καν διδακτικός. Είναι απλώς τετριμμένος. Και στο συγκεκριμένο genre, η απουσία ικανής έκπληξης αποδεικνύεται καταδικαστική.

Trailer Ταινίας : http://www.youtube.com/watch?v=EwGXal8UN0k

ΤΑΙΝΙΑ ΝΟ 12 : Winter's Bone ( Στην Καρδιά Του Χειμώνα ) 2011

Βαθιά στα όρη Ozark - και ουσιαστικά στη μέση ενός εφιαλτικού πουθενά - η 17χρονη Ree (Jennifer Lawrence) που σηκώνει ήδη όλα τα οικογενειακά βάρη, ψάχνει τον προφυλακισθέντα πατέρα της, ο οποίος έβαλε υποθήκη το σπίτι και το κτήμα τους προκειμένου να πληρώσει την εγγύηση. Αν δεν εμφανιστεί στο δικαστήριο για τη δίκη, η Ree μαζί με την άρρωστη μητέρα και τα δύο μικρότερα αδέρφια της θα βρεθούν στο δρόμο. Κανείς όμως από τους συγγενείς και γείτονες της βυθισμένης στην παρανομία κοινότητας δε μοιάζει πρόθυμος να τη βοηθήσει να βρει τα ίχνη του.

Στη δεύτερη, μόλις, μεγάλου μήκους ταινία της, η Debra Granik παραδίδει ένα καθηλωτικό πόνημα για μία άλλη Αμερική από εκείνη την καλογυαλισμένη που συνήθως φτάνει στις οθόνες μας. Η white-trash κοινότητα που στοχεύει με το φακό της, παίρνει το χαρακτήρα μίας χωματερής ψυχών, που ξεπηδά μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος του Daniel Woodrell. Μέσα σε αυτή την κλειστή κοινωνία με τους δικούς της κώδικες και αρχές, ένα νεαρό κορίτσι με πολλά καντάρια ψυχής - ερμηνευμένη έξοχα και με ασύλληπτο τσαγανό από τη Lawrence - αρνείται το τέλμα για την ίδια και τους οικείους της, ορθώνοντας ανάστημα ανάμεσα σε ανθρώπινες σκιές βουτηγμένες στην πρέζα και την απάθεια, που σηκώνονται απ' την καρέκλα συνήθως μονάχα για να απειλήσουν ή να βιαιοπραγήσουν.

Η μάνα απούσα, δεν αρθρώνει λέξη σε όλη την ταινία και - όπως άριστα αποφασίζει η Granik - δεν την ενδιαφέρει ποσώς να μας μαρτυρήσει από τι ακριβώς πάσχει. Δεν είναι άλλωστε διόλου τυχαίο που σε αυτόν το μικρόκοσμο μία 17χρονη κι ένας λοχίας του αμερικανικού στρατού καταλήγουν να είναι οι μόνες φωνές λογικής μέσα σε ενήλικες χαπακωμένους, μαστουρωμένους, χαμένους από χέρι και καμένους, όπως ακριβώς μοιάζει καρβουνιασμένο το δάσος μέσα στο οποίο φυτοζωούν, μέσα από τη ψυχρή, γκρίζα φωτογραφία του Michael McDonouch.

Ύστερα απ' όλα αυτά, οι τέσσερις υποψηφιότητες για Oscar στις μεγάλες κατηγορίες (καλύτερης ταινίας, σεναρίου, Α' Γυναικείου: Jennifer Lawrence, Β' Ανδρικού: John Hawkes) ήρθαν απολύτως δίκαια και φυσιολογικά. Το «Winter's Bone» ξεχωρίζει, άλλωστε, για πολλούς λόγους, όχι μονάχα για τις διακριτές σκηνές που αιφνιδιάζουν και γονατίζουν ψυχολογικά το θεατή ή για τη θαυμαστή υφολογική και αισθητική του συνέπεια. Κρίσιμο μέρος της δύναμής του φωλιάζει στην καπατσοσύνη της Granik, που δε φοβάται τη στοχευμένη οπτικοποίηση και έκλυση της έντασης που φωλιάζει στην πλοκή, χάριν της ανάδειξης μίας εσωτερικότητας και μοναξιάς, με την οποία οι περισσότεροι σκηνοθέτες στα πρώτα τους βήματα θα προτιμούσαν να καδράρουν τον κεντρικό τους χαρακτήρα. Υπό αυτά τα δεδομένα, η Granik θα ήταν ικανή να γυρίσει άνετα ακόμα και περιπέτεια, όπως μαρτυρά και η σκηνή όπου η νεαρή ηρωίδα δέχεται μία άκρως απρόσμενη και σοκαριστική επίθεση.

Trailer Ταινίας : http://www.youtube.com/watch?v=nDPgpUPspRs

ΤΑΙΝΙΑ ΝΟ 13 : The Way Back 2011

Ο Χίτλερ εισβάλλει στην Πολωνία από τα δυτικά και ο Στάλιν από τα ανατολικά. Ένας Πολωνός αξιωματικός ανακρίνεται από τους Σοβιετικούς και κατηγορείται ως κατάσκοπος. Αρνείται να υπογράψει την ομολογία και οι σοβιετικοί επιστρατεύουν την σύζυγό του για να καταθέσει ότι είναι κατάσκοπος δυτικών δυνάμεων. Καταδικάζεται σε 20 χρόνια απομόνωση σε ένα γκούλαγκ της Σιβηρίας. Η ασφάλεια του γκούλαγκ είναι, κατά μεγαλύτερο ποσοστό, το ότι βρίσκεται στη μέση του πουθενά και μάλιστα στο κέντρο ενός αφιλόξενου κλιματικού περιβάλλοντος. Ο Janusz (Jim Sturgess) με το που φτάνει στην Σιβηρία προσπαθεί να βρεί τρόπο να το σκάσει. Για να το κάνει όμως αυτό πρέπει να βρει 'συν-δραπέτες' ώστε να έχει πιθανότητα επιβίωσης. Ένας Αμερικάνος, ένας Ρώσος εγκληματίας και τρείς ακόμα Πολωνοί θα καταφέρουν να δραπετεύσουν μαζί του και να γράψουν ιστορία. Περπατώντας για πάνω από 6.500 χιλιόμετρα φτάνουν στην Ινδία και κερδίζουν την ελευθερία τους...

Η ιστορία των ανθρώπων που προτίμησαν να πεθάνουν ελεύθεροι παρά να παραμείνουν στην σοβιετική κολεκτίβα και να πεθάνουν μέσα στην ντροπή. Η ταινία εστιάζει στους χαρακτήρες, ξεχωριστά και ως σύνολο, και αναλύει την διαφορετική ψυχοσύνθεση και ιστορία του καθένα. Το κοινό τους γνώρισμα; Η διάθεση για περιπέτεια, η ανάγκη για ελευθερία, η επιθυμία να αναδείξουν την διαφορετικότητα τους. Η ένσταση ολόκληρου του σεναρίου και το μοναδικό ίσως επιχείρημα του είναι η ανυπαρξία του ατόμου στην κολεκτίβα και η αντιπαραθετική αναδίπλωση του κάθε χαρακτήρα στην διαδρομή προς την ελευθερία. Το χτίσιμο μιας μικρής αδελφότητας προσπαθεί να μας πείσει για την μοναδικότητα της και να αναδείξει το μέγεθος του άθλου της.

Δεν θέλουμε να ασχοληθούμε με το ιδεολογικό μέρος της ταινίας. Δεν θα είχε και κανένα νόημα. Θα χρειαζόταν πολύ ανάλυση που ίσως θα κούραζε και ίσως θα υπερθεμάτιζε ένα άστοχο διάλογο ενός ήδη ασαφούς νοήματος. Η ιστορία μιλάει για το ταξίδι και εκεί θα πρέπει να επικεντρωθούμε. Και στα καλά του και στα κακά του. Ο άθλος είναι βέβαια συγκλονιστικός. Δείχνει την δύναμη και τις απίστευτες δυνατότητες που κρύβονται στο πείσμα και την επιμονή του ανθρώπου. Ο Peter Weir διασκευάζει το (μη επιβεβαιωμένο) αυτοβιογραφικό βιβλίο του Slawomir Rawicz με σκοπό να εξυμνήσει την προσπάθεια του ελεύθερου ανθρώπου. Μια προσπάθεια που αν μη τι άλλο έχει ενδιαφέρον, με καλύτερο της σημείο τα προβαλλόμενα τοπία του Θιβέτ, της Σιβηρίας, της Μογγολίας και της Ινδίας, με την βοήθεια του National Geographic.

Στην καθαρά κινηματογραφική της ανάλυση, η ταινία πέρα από τα τοπία αλλά και την ενδιαφέρουσα παρουσίαση διαλόγων και χαρακτήρων έχει νεκρά διαστήματα, κάποιες ανεξήγητες ιλιγγιώδης στροφές και μια άνιση κατανομή σεκάνς που ενοχλούν. Η προσπάθεια ανάδειξης του ατόμου και των χαρακτήρων μας αναγκάζουν να δώσουμε μεγαλύτερη σημασία στις ερμηνείες.

Ο Jim Sturgess παίζει όπως πάντα με υπερβολή αλλά ενοχλεί λιγότερο απ' ότι σε προηγούμενες περιπτώσεις όπως π.χ. στην τελευταία ταινία που τον είδαμε, το «Heartless». Ένας Ed Harris από τα παλιά και ένας όλο και πιο βελτιωμένος Colin Farrell (κλέβει την παράσταση στο κωμικό μέρος της ταινίας) κάνουν την διαφορά. Οι υπόλοιποι είναι αξιοπρεπέστατοι. Το σύνολο δημιουργεί ένα συμπαγές αποτέλεσμα που αναδεικνύει αδυναμίες, δυνατότητες και μια δημιουργική αντιπαράθεση ατόμου και ομάδας...

Το «The Way Back» έχει πραγματικά ενδιαφέρον για αρκετούς λόγους. Από εκεί και πέρα εξαρτάται από τον καθένα, πως θα ερμηνεύσει, με τι μάτι θα δει και γιατί θα βγάλει τα συμπεράσματά του. Σαν ταινία αποτυγχάνει να εντυπωσιάσει αλλά δεν απογοητεύει κιόλας. Καταφέρνει πάνω απ' όλα ένα πράγμα: Να μας δείξει ότι η συντροφικότητα είναι μια από τις σημαντικότερες και λειτουργικότερες έννοιες της ζωής.

Trailer Ταινίας : http://www.youtube.com/watch?v=87kezJTpyMI

ΤΑΙΝΙΑ ΝΟ 14 : Open Season 3 (Οι Ήρωες Του Δάσους: Περιπέτειες Στο Τσίρκο ) 2011

Ο Boog, ένας αρκούδος που τρελαίνεται για τις σοκολάτες, ανυπομονεί να κάνει ένα ταξίδι αναψυχής, όπως κάθε χρόνο, με την παρέα του. Όμως, όταν ο καλύτερος του φίλος, ο ζωηρός και πολυλογάς Elliot το ελάφι, τον κρεμάει λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων, εκείνος, αν και απογοητευμένος, δεν αποθαρρύνεται και αποφασίζει να φύγει μόνος του για το ταξίδι. Στην πορεία θα συναντήσει ένα περιοδεύον τσίρκο από τη Ρωσία και τον Doug έναν τεμπέλικο αρκούδο, ο οποίος έχει βαρεθεί να γίνεται θέαμα στο τσίρκο. Οι δύο αρκούδες θα συμφωνήσουν να αλλάξουν ρόλους και ζωές και ο Boog πιάνει δουλειά στο τσίρκο (ενώ στο μεταξύ έχει ερωτευτεί κεραυνοβόλα την Ursa, μια θηλυκή αρκούδα από τη Ρωσία). Και ενώ η ζωή μοιάζει να κυλάει αρμονικά, ξαφνικά εμφανίζονται ο Elliot και οι υπόλοιποι παλιόφιλοι του Boog, που στο μεταξύ έχουν ανησυχήσει με την εξαφάνιση του...

Trailer Ταινίας : http://www.youtube.com/watch?v=NsuMPQPUrsA