Κερδίζοντας την ελευθερία

Κερδίζοντας την ελευθερία

Καρατησίδου Βέρα Γ2Γ

Είχα κλείσει τα μάτια μου προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυά μου και να μετριάσω τον πόνο. Το είχα συνηθίσει πλέον, αλλά ακόμη και τώρα η απώλεια της αγάπης, της φροντίδας και της προστασίας έκανε τον πόνο ακόμη πιο έντονο και ανυπόφορο.

Ξαφνικά ένιωσα την ατμόσφαιρα να ηρεμεί και το βάρος να φεύγει από πάνω μου. Άνοιξα τα μάτια μου και έτρεξα στο δωμάτιο μου. Έκλεισα γρήγορα την πόρτα, ενώ το σώμα μου έτρεμε. Ξάπλωσα στο κρεβάτι μου και έβαλα το πρόσωπό μου στο υγρό από τα δάκρυά μου μαξιλάρι. Άρχισα να κλαίω, προσπαθώντας παράλληλα να πνίξω τους λυγμούς μου, για να μην το καταλάβει κανείς.

Ξαφνικά ένιωσα την παρουσία κάποιου. Γύρισα τρομαγμένη και έτοιμη να αντιμετωπίσω με φόβο και δάκρυα την κατάρα και το θάνατό  μου. Αυτός που αντίκρισα όμως επανέφερε την ελπίδα στο πρόσωπό μου και έκανε την καρδιά μου να φτερουγίσει.

-Είσαι εδώ, ψιθύρισα ευτυχισμένη και ανακάθισα στο κρεβάτι μου.

-Είμαι πάντα εδώ όταν με χρειάζεσαι, απάντησε και με πλησίασε.

Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό μου. Του έκανα χώρο για να καθίσει. Δεν ήθελα όμως να τον κοιτάξω... δεν ήθελα να καταλάβει τι μου συνέβαινε, όχι ξανά. Δυστυχώς ήξερα πως αυτό ήταν ένα όνειρο που δεν θα έβγαινε ποτέ αληθινό.

-Είσαι καλά; με ρώτησε και εγώ κούνησα καταφατικά το κεφάλι. Κοίταξέ με, παρακάλεσε.

Δεν ήθελα... δεν ήθελα να το σκέφτομαι, πόσο μάλλον να το συζητήσω. Αλλά, δεν μπορούσα να αντισταθώ στον πειρασμό να αντικρίσω τα μάτια του. Αυτά τα μάτια ήταν τα μόνα που μου έδιναν ελπίδα, τα μόνα που μου έδιναν τη δύναμη να συνεχίσω. Έκανα άλλη μια προσπάθεια να αποφύγω το βλέμμα του, αλλά τα μάτια μου έπεσαν μέσα στα δικά του. Τότε παρατήρησε τα σημάδια μου. Το χέρι του χάιδεψε το πρόσωπό μου και κύλησε διαγράφοντας το σχήμα των σημαδιών που υπήρχαν στο σώμα μου.

-Τι σου έκαναν; αναρωτήθηκε.

Ξαφνικά δεν άντεξα και ξέσπασα ξανά σε κλάματα. Πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση μου και εγώ χώθηκα στην αγκαλιά του βρέχοντας τη μπλούζα του με τα δάκρυά μου. Η ζεστασιά που μου μετέδιδε το σώμα του με ηρεμούσε και σύντομα άρχισε να σιγοτραγουδάει το αγαπημένο μου τραγούδι κάνοντάς με να χαμογελάσω ξανά. Τα δάκρυα στέγνωσαν πάνω στα μάγουλά μου και εγώ κατάφερα να υψώσω ξανά τις ασπίδες μου, εμποδίζοντας τον πόνο να περάσει.

-Ευχαριστώ για όλα, ψιθύρισα και τραβήχτηκα από την αγκαλιά του.

-Το ξέρεις πως αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί, πρέπει να μιλήσεις σε κάποιον. Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να σε βοηθήσουν, είπε, αλλά δεν ήθελα να τον ακούσω.

Το είχαμε συζητήσει πολλές φορές και ήξερε την απάντησή μου. Δεν μπορούσα να το κάνω.

-Δεν μπορώ, δεν καταλαβαίνεις; Φοβάμαι, απάντησα, ενώ δάκρυα άρχισαν να σχηματίζονται ξανά στα μάτια μου.

-Σε παρακαλώ, ψιθύρισε.

-Το ξέρεις πως αυτό δεν γίνεται, δεν μπορώ να τους καταδώσω, θα με σκοτώσουν.

-Δε σ' αγαπάνε.

-Ναι, αλλά τους αγαπώ εγώ, δεν έχει σημασία το τι κάνουν, αλλά μόνο το ποιοι είναι, γι' αυτό τους αγαπώ και δεν μπορώ να τους καταδώσω, απάντησα αποφασιστικά και απέστρεψα το βλέμμα μου.

Για λίγη ώρα δε μιλούσαμε. Δεν άντεχα αυτή την ησυχία, μα περισσότερο απ' όλα μισούσα το γεγονός πως είχε δίκιο. Έβαλα το πρόσωπό μου μέσα στα χέρια μου αναστενάζοντας.

-Συγνώμη, ψιθύρισε. Δεν ήθελα να σε στεναχωρήσω.

Δεν απάντησα. Οι εικόνες των «βασανιστηρίων» μου έρχονταν ξανά και ξανά στο μυαλό μου. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και πλησίασα το σπασμένο καθρέφτη που βρισκόταν απέναντι. Μόλις βρέθηκα απέναντί του έβγαλα την μπλούζα μου. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Τα σημάδια κυριαρχούσαν σε κάθε πτυχή του σώματός μου.

Μισούσα τον εαυτό μου. Φόρεσα ξανά γρήγορα την μπλούζα μου και κάθισα στο κρεβάτι.

-Με μισώ γι' αυτό που είμαι, ψιθύρισα.

-Όχι, κοίταξέ με, δεν ευθύνεσαι εσύ για την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι. Καλύτερα να κοιμηθείς, όλα θα είναι καλύτερα αύριο, πάντα είναι, είπε και σηκώθηκε από το κρεβάτι μου προχωρώντας προς το παράθυρο.

Τον σταμάτησα, φοβόμουν και ήταν ο μόνος που μπορούσε να απαλύνει αυτό το συναίσθημα και να με κάνει να ονειρευτώ ξανά. Να ονειρευτώ ένα μέλλον φυσιολογικό και όμορφο.

-Σε παρακαλώ, μη φύγεις, φοβάμαι, τον παρακάλεσα.

Χαμογέλασε και ξάπλωσε δίπλα μου. Μ' αγκάλιασε κι ακούμπησα το πρόσωπό μου στο στήθος του. Η ζεστασιά και η ασφάλεια που μου μετέδιδε το σώμα του ήταν το καλύτερο φάρμακο και γρήγορα με αποκοίμισε, κάνοντάς με να ξεχάσω το φόβο που αισθανόμουν για την επόμενη μέρα.

Αυτό το βράδυ είδα το πιο παράξενο όνειρο. Φορούσα ένα άσπρο φόρεμα και ήμουν χαρούμενη... ευτυχισμένη θα έλεγα. Ήμουν σε λίγο μεγαλύτερη ηλικία. Ξαφνικά η κοπέλα με το άσπρο φόρεμα γύρισε προς το μέρος μου και μου χαμογέλασε, ενώ τα χείλη της σχημάτισαν «Ευχαριστώ».

Ξύπνησα νωρίς το πρωί, κανένας άλλος στο σπίτι δεν είχε σηκωθεί. Ντύθηκα όσο πιο ήσυχα μπορούσα και έτρεξα προς την εξώπορτα. Βγαίνοντας στο δρόμο, το φως του ήλιου έλουσε το πρόσωπό μου. Δεν ήξερα πού πήγαινα, αφού δεν κινούσα πλέον εγώ τα ηνία του σώματός μου. Ήξερα όμως πως ό,τι με κινούσε με οδηγούσε και στη σωστή κατεύθυνση.

Ξαφνικά βρέθηκα έξω από το αστυνομικό τμήμα. Τότε όλο μου το σώμα επανήρθε στον έλεγχό μου. Δεν ήξερα αν έκανα το σωστό και δεν ήταν λίγες οι φορές που σκέφτηκα να γυρίσω πίσω, αλλά το είχα αποφασίσει πλέον. Προτιμούσα ένα νέο και αβέβαιο μέλλον και όχι ένα μέλλον όπου θα είμαι φυλακισμένη και περιορισμένη.

Με αποφασιστικά βήματα μπήκα στο αστυνομικό τμήμα και στάθηκα μπροστά από το γραφείο ενός αστυνομικού.

-Είμαι 12 χρονών. Οι γονείς μου με κακοποιούν. Χρειάζομαι βοήθεια. Τα λόγια βγήκαν από το στόμα μου χωρίς την παραμικρή προσπάθεια.

Μια κυρία ήρθε και με αγκάλιασε οδηγώντας με σε ένα δωμάτιο. Τότε κατάλαβα πως είχα κάνει το σωστό. Πως πλέον δεν υπήρχε λόγος να φοβάμαι. Όχι, ο φόβος τώρα πια είχε αντικατασταθεί από τα όνειρα. Ούτε ανασφάλεια, και αυτή είχε αντικατασταθεί από την ελπίδα και την περιέργεια να εξερευνήσω έναν καινούργιο κόσμο.

Είχα πολεμήσει και είχα βγει ζωντανή και έτοιμη να αντιμετωπίσω οποιαδήποτε θύελλα παρουσιαζόταν στη ζωή μου, γιατί πλέον ήμουν ελεύθερη και ήμουν ελεύθερη χάρη στον καλύτερο φανταστικό φίλο που θα μπορούσα να έχω ποτέ.